εγκονίομαι


εγκονίομαι
ἐγκονίομαι (Α)
κυλιέμαι στην άμμο μετά το ἄλειμμα και πριν από την πάλη («Αὐτολύκῳ τούτῳ ἱκανὴ γένοιτο ἐγκονίσασθαι», Ξεν.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐγκονιόμενος — ἐγκονέω to be quick and active pres part mp masc nom sg (doric) ἐγκονέω to be quick and active pres part mp masc nom sg (doric) ἐγκονῑόμενος , ἐγκονίομαι sprinkle sand over oneself pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκονίεσθαι — ἐγκονί̱εσθαι , ἐγκονίομαι sprinkle sand over oneself pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκονίεται — ἐγκονί̱εται , ἐγκονίομαι sprinkle sand over oneself pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκονίσασθαι — ἐγκονί̱σασθαι , ἐγκονίομαι sprinkle sand over oneself aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.